Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

καθημερινή ιστορία παραβατικής τρέλας


στην γο

Ξαπλώνω στον καναπέ και αναλογίζομαι την ζωή μου. Πως ξεκίνησαν όλα. Γιατί πήρα αυτόν τον δρόμο. Αναρωτιέμαι αν είχα άλλες επιλογές. Σκέφτομαι πως είμαι ένας μικρός εγκληματίας. Όλα ξεκίνησαν κατά λάθος. Ή σχεδόν κατά λάθος. Σκέφτομαι πως στην πραγματικότητα τα εγκλήματα μου είναι πολιτικά. Εξάλλου όλα είναι πολιτικά. Το έγκλημα είναι για το θέαμα ότι η αμαρτία για την εκκλησία. Εγώ διαφωνώ με την τυπολογία περί Καλού και Κακού τόσο του θεάματος όσο και της εκκλησίας. Όχι επειδή έχω ξεπεράσει τον μανιχαϊστικό τρόπο σκέψης. Για εμένα σημασία έχει αν μια πράξη βοηθάει στην χειραφέτηση της τάξης μου. Εκεί μπαίνει η διαχωριστική γραμμή.

Από παιδί παρακολουθούσα το αστυνομικό ρεπορτάζ. Τρόμαζα με τον Δημητροκάλη, γελούσα με τον Σεχίδη, εκστασιαζόμουν με την 17Ν. Ενηλικιώθηκα με την θορυβώδη απόδραση Πάσαρη. Αργότερα έπιασα δουλειά σε ένα καφέ. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Έτσι μυήθηκα στο Έγκλημα. Το αφεντικό χτυπούσε αποδείξεις ακόμα και για το τρίτο ποτό τού κάθε πελάτη. Το αντίθετο έλεγε είναι κλοπή! Το αφεντικό δεν μου κολλούσε ένσημα γιατί δεν έβγαινε. Το αφεντικό δεν ένοιωθε κλέφτης ούτε με τα ίδια του τα κριτήρια. Βρήκα πιο ελκυστική, την λιγότερο υποκριτική, ηθική του Πάσσαρη. Ήμουνα νέος.

Αράζω στον καναπέ και αναπολώ. Σκέφτομαι το πρώτο μου βήμα. Πως θα μπορούσε να μην είχε γίνει ποτέ. Πως έμοιαζε απραγματοποίητο. Στην πραγματικότητα ήταν μια στιγμιαία απόφαση. Έχω πάει να πληρωθώ στο καφέ που δούλευα. Σε εκείνο που κόβει αποδείξεις και για το τρίτο ποτό αλλά δεν κολλάει ένσημα επειδή δεν βγαίνει. Πηγαίνω κατά τις εννιά το πρωί. Δεν υπάρχει ψυχή. Ούτε πελάτης, ούτε εργαζόμενος. Περιμένω. Ακούω από το γραφειάκι μέσα την φωνή του αφεντικού να μιλάει στο τηλέφωνο. Βλέπω δίπλα στην ταμειακή μηχανή έναν φάκελο με έναν πάκο λεφτά. Είναι το χθεσινοβραδυνό ταμείο. Τα υπολογίζω στο χιλιάρικο. Σκέφτομαι ότι είναι μόνο μία κίνηση. Δεν είναι τίποτα. Μόνο μία κίνηση. Θα με απαλλάξει από μισθωτή σκλαβιά τουλάχιστον για έναν μήνα. Δεν με έχει δει κανείς. Θα τα πάρω και θα περάσω το μεσημέρι να πληρωθώ κανονικά. Όταν θα μου έχει περάσει η ταραχή. Σαν να μην τρέχει τίποτα. Δεν με έχει δει κανείς. Είναι μόνο μια κίνηση. Την κάνω. Ήταν πράγματι μόνο μια απόφαση. Και μόνο μια κίνηση.

Τα επόμενα βήματα μου τα έκανα μελετημένα. Έπιανα δουλειά σε καφέ, μπαρ ή εστιατόρια για καμιά εβδομάδα. Όσο πιο κάτεργο τόσο πιο ενθουσιωδώς. Η μισθωτή σκλαβιά έπαιρνε άλλη διάσταση. Γιατί στην πραγματικότητα υποδυόμουν τον μισθωτό σκλάβο χωρίς να είμαι. Στην πραγματικότητα ήμουν σε αποστολή. Έδινα ψεύτικα στοιχεία. Παρακολουθούσα τις κινήσεις του ταμείου. Μάθαινα που μένει το αφεντικό και τον φέρμαρα στην διαδρομή για το σπίτι του. Μεταμφιεσμένος και με την απειλή ενός πιστολιού ρέπλικα. Έπαιρνα την άλλη μέρα τηλέφωνο και έλεγα πως κάτι οικογενειακό συνέβη και δεν μπορώ να δουλέψω για κάποιον καιρό. Φυσικά φρόντιζα να έχω πληρωθεί από πριν.

Κάθομαι στον καναπέ και αναρωτιέμαι πόσο μπορεί να κρατήσει ακόμα. Μήπως να σταματήσω για κάποιον καιρό ή μήπως να επεκταθώ και σε άλλους κλάδους. Χτυπάει το κουδούνι. Το σηκώνω. Λέω: ναι; Μου λέει αστυνομία ανοίξτε. Κοκαλώνω. Δεν ανοίγω. Ντύνομαι και περιμένω. Έφτασε η στιγμή σκέφτομαι. Την έχω προβάλει εκατομμύρια φορές στη φαντασία μου κι όμως τώρα που συμβαίνει είναι εντελώς διαφορετικά. Πηγαίνω στο ματάκι της πόρτας να παρακολουθήσω την έφοδο των μπάτσων.

Παρακολουθώ από το ματάκι της πόρτας όση ώρα προσπαθώ να μαντέψω για ποια υπόθεση με ξεβούλωσαν. Υποψιάζομαι για όλες. Σύμφωνα με το mondus operandi την έχω πουτσίσει. Κάνω πρόχειρους υπολογισμούς για το πόσα χρόνια θα κάτσω, για το ποιοι φίλοι θα μου λείψουν αλλά και για το ποιους θα συναντήσω στο μακρινό ταξίδι που ξεκινάω στις ελληνικές φυλακές.

Περιμένω με αγωνία και τα γόνατα μου δεν με κρατάνε εύκολα. Δεν είναι ακριβώς φόβος. Είναι δέος απέναντι στην μεγάλη μου στιγμή. Ρίχνω το βάρος μου στην πόρτα και προσπαθώ να μην ακούω την καρδιά μου που χτυπάει σαν μπάσο σε αμάξι κάγκουρα.

Βλέπω το ασανσέρ που έρχεται σαν κομήτης με την όπισθεν. Πρώτα το φως. Ανοίγει η πόρτα και οι μπάτσοι κάνουν έφοδο στο διπλανό διαμέρισμα. Τους μαλάκες σκέφτομαι. Λάθος κάνανε! Βρε λες να την κοπανήσω από τις σκάλες; Προλαβαίνω. Φαντάσου φιάσκο. Κοιτάω με περιέργεια. Ακούω φωνές. Φωνές άγριες. Το έντερο μου παραλύει. Δεν πάω πουθενά. Ότι είναι να γίνει ας γίνει. Έκπληκτος βλέπω να κουβαλάν δεμένο πισθάγκωνα τον γείτονα. Μια ανωμαλόφατσα. Και από πίσω έναν πιτσιρίκο μαθητή γυμνασίου. Και οι δυο με τα σώβρακα. Ο γείτονας έχει λιπαρή άσπρη επιδερμίδα και μια κοιλάρα που ξεχειλίζει από το φανελάκι του. Σκέφτομαι: μωρή ανωμαλόπουστα έφηβους πηδάς, δεν μπορείς να φροντίσεις τουλάχιστον το κορμί σου; Και ξεφυσάω ανακουφισμένος.         

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

xaxaaxxaax gia ton p. anaskela!! noir eh? am de

για επικοινωνία

tassiosthita@gmail.com